Showing posts with label μεθυσμενες παραγωγες. Show all posts
Showing posts with label μεθυσμενες παραγωγες. Show all posts

Wednesday, June 27, 2007

Ο Πλεονεχτης

Δος μου τους εφιαλτες σου
δικοι μου εφιαλτες να γενουν
Τρομοι δικοι μου.
Και στο δικο σου υπνο μοναχα λιβαδια ν απομεινουν

Δος μου τις παραβασεις σου
απο τη λογικη
μ ενα φιλι
απ' το μυαλο σου οι τρελες σου θα σβηνουν

Δωσε μου την αγαπη σου
κι εγω θα σε τραβηξω
απ' τον υδατινο σου κοσμο της σιωπης

Και θα σωθεις

Δικοι μου κι οι εφιαλτες μου,
Δικες μου παραβασεις
δικα μου ονειρα γλυκα, ωριμα σαρκοβορα ανθη

Δικια μου η τρελα στο μυαλο,
καλειδοσκοπικο σπιραλ με ταξη,
ολα ειν'ενταξει
την πατησες, μωρο

Δικοι μου οι εφιαλτες μου,
και μαζεψ'τη μαγκια σου
τα ρεστα παγωτα σου,
τα λιβαδια χαρισμα σου.

ΚΑΙ ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΓΑΜΗΣΟΥ

Sunday, February 4, 2007

Raller* η αλλιώς O Επιθανάτιος Ρόγχος

Σκηνικό: Μια όμορφη ευρύχωρη κουζίνα. Οι κλαρωτές κουρτίνες στο παράθυρο είναι τραβηγμένες και επιτρέπουν στον ήλιο να λούζει τους τοίχους, τον πάγκο, τα ντουλάπια, την εστία, το ψυγείο. Το ντουλαπάκι κάτω από το νεροχύτη είναι κλειστό, κι έτσι ο ήλιος δεν φωτίζει τους σωλήνες, τα απορρυπαντικά και τις κατσαρίδες που χουζουρεύουν περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι.(πράγμα που αποτελεί και το βασικό λόγο για τον οποίο οι Κατσαρίδες διάλεξαν να κάνουν εκεί τη φωλιά τους.
Όρθια μπροστά στον πάγκο η μανούλα τεμαχίζει με ένα κοφτερό μαχαίρι ένα αγγουράκι. Το μαχαίρι μετακινείται σχεδόν αυτόματα πάνω στο Αγγουράκι διαμελίζοντας το σε τέλειες ροδέλες ίσου πάχους.

Απέναντι από τον πάγκο της κουζίνας βρίσκεται το τραπέζι, όπου είναι καθισμένο το αγοράκι. Νερομπογιές είναι απλωμένες στο Τραπέζι και το Αγοράκι ζωγραφίζει με αυτές ο,τι βλέπει μπροστά του. Έχει ζωγραφίσει τις κουρτίνες, τους άσπρους Τοίχους, τα ντουλάπια, την εστία το ψυγείο, αλλά όχι και τις Κατσαρίδες. Το Ντουλαπάκι Κάτω Απ Το Νεροχύτη, είναι κλειστό, και δεν τις βλέπει.(πράγμα που ήταν και ο αυτοσκοπός του εκεί χτισίματος της φωλιάς από τις Κατσαρίδες.)
Το Μαχαίρι, υπό την επιδέξια καθοδήγηση της Μανούλας, συνεχίζει την πορεία του πάνω στο Αγγουράκι. Το Αγγουράκι έχει τελειώσει, κι έτσι το μαχαίρι συνεχίζει, τεμαχίζοντας τα δαχτυλάκια της Μανούλας που βρίσκονται παραταγμένα με τάξη ακριβώς εκεί που τελειώνει το Αγγουράκι σε τέλειες ροδέλες ίσου πάχους.
Το Αγουρακι (συγγνώμη ήθελα να πω ΑΓΟρακι) ζωγραφίζει. Δεν είναι ακόμα ο αηδιαστικά ρεαλιστής ζωγράφος που πρόκειται να γίνει στο μέλλον(ακόμα πρόκειται να φοράει ψαθάκι και να κόψει τα αυτί του για να μοιάζει στον Βαν Γκοχ-η μήπως στον Νταλί; Δεν θα είναι σίγουρο και δεν θα το νοιάζει να μάθει, εφόσον θα μοιάζει σε κάποιον άλλον και όχι στον βαρετό, μίζερο τύπο που θα ήταν αν διατηρούσε και τα δυο του αυτιά ακέραια.)
Παρ’ολ’αυτά, έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν τον ενδιαφέρει η απεικόνιση έμβιων όντων. Είναι της νατυρ μορτ σχολής. έτσι από τη ζωγραφιά του λείπει η Μανούλα, έχουν όμως περίοπτη θέση το Μαχαίρι και το Αγγορακι(συγγνώμη, ήθελα να πω Αγγουράκι), και το Αγοράκι τώρα έχει αρχίσει να ζωγραφίζει τις τέλειες ροδέλες ίσου πάχους που ήταν πριν τα δαχτυλάκια της Μανούλας. Δεν ζωγραφίζει ακόμα καλά(κι ούτε πρόκειται αλλά σσσσς μη του το πείτε), κι έτσι τα δαχτυλάκια στην ακουαρέλα δεν είναι παρά καφεκοκκινοι λεκέδες.
Η Μανούλα περνάει τη ματωμένη α-δαχτυλη παλάμη της μέσα από τα μαλλιά της. Τα σημεία απ όπου πέρασε η δάχτυλος παλάμη βάφονται κατακόκκινα.
«Θα μπορούσε κανείς να πει ότι επιτέλους έγινα μια φυσική κοκκινομάλλα!» λέει η Μανούλα και γελάει. Το γέλιο της αντηχεί στους άσπρους Τοίχους, στα ντουλάπια, στην εστία, στο ψυγείο, διαπερνάει το Ντουλαπάκι Κάτω Από Το Νεροχύτη και ενοχλεί τις Κατσαρίδες στο χουζούρεμα τους.
Το Αγοράκι έχει ζωγραφίσει τα πάντα μέσα στην Κουζίνα, όμως η ακουαρέλα του του φαίνεται ακόμα πολύ άδεια. Γι αυτό ξαπλώνει τη Μανούλα που ακόμα γελάει στον πάγκο, και με την ευγενική συνδρομή του Μαχαιριού την τεμαχίζει σε τέλειες ροδέλες ίσου πάχους.
Ικανοποιημένο, τελειώνει στα γρήγορα τη Ζωγραφιά του. Με το που βάζει την τελευταία πινελιά, πετάγεται πάνω εκστασιασμένο και αρχίζει να τραγουδάει ένα τραγούδι με στίχους που βγάζει εκείνη τη στιγμή απ το μυαλό του, και ήχους που υπήρχαν στα βαλτώδη κομμάτια του μυαλού του απ τον καιρό που η αμοιβάδα έβαλε μπρος να γίνει άνθρωπος:


Raller!Raller!Raller!
Ηρθεν η ώρα σου καλέ!
Raller!Raller!Raller!
Ο επιθανάτιος σου ρόγχος

Raller!Raller!Raller!
Και αντηχεί στον ντενεκέ
Ο τελευταίος χτύπος της καρδιάς σου

Raller!Raller!Raller!
Σε σκότωσα εγώ, καλέ!
Ο υιός σου ο μονάκριβος και ο μονογενής

Raller!Raller!Raller!
Κι οι Κατσαρίδες θα τραφούν καλέ,(rallerraller)
Απ τον αντίλαλο της τελευταίας σου κραυγής, Τέλος

ΥΓ Οι Κατσαρίδες από τότε και στο εξής αγαπούσαν πολύ το Αγοράκι. Και ζήσανε αυτοί καλλιτεχνικά, κι εμείς καλλιτεχνικοτερα.


*Raller[ρα-λλε] : αγνώστου ρίζας. Το εκπνειν τον επιθανάτιον ρόγχον

Monday, January 22, 2007

Αριθμητικη

Εξι μικρα καραβια επιπλεουν στο βυθο
Εφτα μικρες σταγονες πηγαινουν για τον πατο
Τρια μικρα αγορια
Οχτω φορες θα χτυπηθουν, οχτω θε να πεθανουν
Οχτω φορες θα ορκιστουν πως δεν το ξανακανουν

Δεκαξι ειναι οι μοιρες σου που γραφουν τα σβησμενα, αυτα που ζεις, και ξαναζεις, ξανα μουντζουρωμενα
Μια για το καθενα τους η μηπως ειναι
οχτω?
Ψαξε να βρεις τον αριθμο
που σου λαχε να ψαξεις

Κι οταν τον βρεις να θυμηθεις
κατω να τον πεταξεις

Γιατι μπορει, εκει που μες
στα χερια σου τον ψαυεις
να γινεις συ ο αριθμος
πριν να το καταλαβεις

Και να που το καταλαβες
δε μ ακουσες και ψαχνεις
τωρα συντροφους αριθμους
σ αποχες να αδραχνεις

Να τους ταιζεις ζαχαρη
να τους ταιζεις μελι
απο την δωδεκα φορες
σπασμενη σου κυψελη

Να τους ποτιζεις το νερο
απ τα μελλοντικα μωρα σου
να κλαις εσυ, φιουτσουρ μωρο
κοβεις τα μαγουλα σου

Ηταν καλος, ηταν ψηλος, ισιος σαν κυπαρισσι
χιλιες κηδειες, χιλια μωρα
και σπαργανα σκισμενα
και καθε μελος της ταφης
ανηκει και σε σενα

Wednesday, January 17, 2007

Ζουζουνι μου!

Ζουζουνι μου!
Αρχισες παλι τις πουστιες
ναζιαρικες παρεμβολες
και κοπι πεηστ απο χαζα ρομαντζα

Για τοιχους που υψωνω αναμεσα μας
κι οτι δεν πρεπει στην καρδια μας
να βαζουμε φραγμους.
Κι οτι τους περιορισμους

πρεπει να τους πεταμε
ελευθερα να λεμε οτι αγαπαμε
δεν ειναι πια και τοσο τρομερο!
"Ελα λοιπον, αφου το θελεις..
πες το μου να χαρω"

Στ αληθεια δεν καταλαβαινεις,
το κερατακι μου, γαμω?

Πως θελω να σου πω το αγαπω
με στιχους πιο παλιους κι απο το χωμα
χωρις το πρασινο το χρωμα
που του εχει δωσει η σιχαμενη αλογιστη παραγωγη του

Με ηχους τοσο τρομερους που θα τρομαξεις
και θα ξεγραψεις
οσα σου εμαθαν οι κιτρινες σελιδες
του γαμημενου σου "Βιβλιου της Αγαπης"

Friday, January 12, 2007

Σημερα Κατι Ψοφησε Μεσα Σου

ΜΕΡΟΣ Αλφον: Σημερα Κατι Ψοφησε Μεσα Σου
Πριν καν να γεννηθει
Κι εσυ δεν ακουσες ουτε την πρωτη και τελευταια του ανασσα.
Που ειν' ο γιατρος με τις θαυματουργες του τις κουταλες?
Για να το παρει
Να το γδαρει
να το κρεμασει στο τσιγκελι.
Κι ας μεινει η τρυπα.
Μα ο γιατρος δεν εχει εφημερια
Κι ετσι θα μεινει εκει καημενο απομειναρι ασχηματιστου σχηματικου εμβρυου.
Να σαπιζει, και
Να λιωνει, Να
μαυριζει
Μεχρι να γινει μια μικρη μαυρη λιμνουλα
Θα καθρεφτιζει τ αστρα για τους ερωτευμενους
Την κορυφη για τους φιλοδοξους
Και θα μαζευει τα ζουμια απο τυχον περιπλανωμενα
μικρα,
γλυκα
και σαπια πτωματακια της ζωης σου

ΜΕΡΟΣ Βητον: Το δευτερο Προσωπο
Το δευτερο προσωπο ειναι Καλο
Το δευτερο προσωπο το αγαπαμε
Το δευτερο προσωπο ειναι αθωο και αλλοθι
Το δευτερο προσωπο ειναι χρησιμο
Το δευτερο προσωπο το αγαπαμε
Το δευτερο ενικου ακομα πιο πολυ

Monday, December 4, 2006

Ομως ενα ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ

Οι άνθρωποι αποφάσισαν να μαζευτούν και να κουβεντιάσουν ως ώριμοι άνθρωποι.
Είχαν περάσει πολλά πολλά χρόνια και όλοι ως άνθρωποι και ως κοινωνικές μονάδες αισθάνονταν αφόρητα καταπιεσμένοι.

Αιώνες κι αιώνες τώρα, δεκαετίες και δεκαετίες, δευτερόλεπτα και δευτερόλεπτα περνούσαν τόσο μαρτυρικά που οι λέξεις τους έχαναν τη σημασία τους, κι ο χρόνος είχε ακινητοποιηθεί σε μια στιγμή ατελείωτης δυσφορίας.

“Τι θα γίνει επιτέλους; Τι είναι αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε τόσο μεγάλη δυσφορία, κάθε φορά που ανοίγουμε την πόρτα και βγαίνουμε έξω;”αναρωτιόντουσαν αναμεταξύ τους ανασκαλεύοντας τις αναμνήσεις τους χωρίς να μπορούν να ανακαλέσουν μια σχηματοποιημένη αιτία για να την πατάξουν να την πατήσουν κάτω σαν κατσαρίδα, εκδικούμενοι τους ατελείωτους αιώνες της στιγμιαίας δυσαρέσκειας τους.

Κι ένας νέος με λυγερή κορμοστασιά βγήκε μπροστά και μίλησε. Είχε μαλλιά που ανέμιζαν στον άνεμο της ανανέωσης, χέρια που σάλευαν στο ρεύμα της πολυαναμενομενης αλλαγής, και σπινθηροβόλα μάτια(κι ακόμα πιο σπινθηροβόλο πέος, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία)

“Άνθρωποι” είπε. “Ως πότε θα συμβάλλουμε στη συνέχιση αυτής της καταστροφικής πλάνης του υποτιθέμενου υγιούς; Ως ποτέ θα κρύβουμε ο καθένας μας τα βίτσια του απ τους άλλους, φοβούμενοι την παρεκτροπή από το μισητό αυτό πρότυπο;

Όλοι μας, ΟΛΟΙ μας έχουμε κάποια καλά κρυμμένα μυστικά, ντροπής πράματα που κρύβουμε απ τους άλλους για να μη μας χλευάσουν. Κι ο μόνος λόγος που χλευάζουμε τόσο το ξεμπρόστιασμα ενός άλλου, είναι γιατί φοβόμαστε ότι θα ρθει κι η σειρά μας, και ξεφυσάμε ανακουφισμένοι που τη γλιτώσαμε κι αυτή τη φορά.
ΕΜΠΡΟΣ λοιπόν! Ήρθε η ώρα να απαλλαγούμε από αυτόν τον κοινωνικό βραχνά.
Μαζευτείτε όλοι σ ένα κύκλο, κι ας ξεκινήσουν τώρα οι αποκαλύψεις!”

Ο νέος σιώπησε(κυρίως γιατί μετά από πολλά πολλά στριφτά τσιγάρα τα οποία έστριβε αναλογιζόμενος τις μεγάλες αξίες της ζωής, είχαν ατονήσει τα πνευμόνια του και του κοβόταν η ανάσα) και περίμενε.

Σιγά σιγά, οι πιο νέοι άρχισαν να κάθονται ο ένας μετά τον άλλο δίπλα του, από τα αριστερά του. Όλο και περισσότεροι καθόταν ο ένας δίπλα στον άλλο, μέχρι που ο κύκλος είχε γίνει πια πολύ μεγάλος κι ολόκληρη τη γη μας αγκάλιασε θαρρώ, και όταν ο ΝΕΟΣ, το ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ, κοίταξε στ αριστερά του, ο κύκλος είχε συμπληρωθεί, κι ένας συμπαθής κύριος ανασάλευε νευρικά στη θέση του, αγωνιώντας να ξεκινήσει. Και ξεκίνησε.

Ο ένας μετά τον άλλο, οι άνθρωποι μίλησαν. Από τα αριστερά προς τα δεξιά. Ποδολαγνειες και τριςκαιδεκαφοβιες, καροτομανιες και πάθη για τις γούνινες παντούφλες , όλα βγήκαν στη φόρα. Στην αρχή δειλά, μετά όλο και με περισσότερο ενθουσιασμό, μέσα σ ένα πανηγύρι απελευθέρωσης.

Ο κύκλος γύρισε και ήρθε η σειρά του ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ. Σηκώθηκε πάνω μέσα στις επευφημίες ολόκληρης της υφηλίου και έβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του(τα στριφτά γαρ..)
Ο κόσμος σιώπησε.

«Είστε όλοι αηδιαστικοί και μ έχετε τρομάξει. Χρειάζεστε κάποιον να σας συμμαζέψει, να σας απαλλάξει από τα μιαρά πάθη σας.»

Ο κόσμος πάγωσε. Ξαφνικά ένας ΠΟΝΗΡΟΣ άρχισε να χειροκροτα δυνατά και να ουρλιάζει λέξεις ευγνωμοσύνης. Ένας ένας οι άνθρωποι σηκώνονταν και χτυπούσαν σπασμωδικά παλαμάκια προσπαθώντας ο ένας να κάνει περισσότερο θόρυβο απ τον άλλο.

Ο ήλιος έδυσε με το σύμπαν να αντηχεί από την βλακεία ενός ολόκληρου πλανήτη και να φωτίζεται στιγμιαία από τις σπίθες που πετάγονταν από τα σπινθηροβόλα μέλη του ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΟΥ.

Friday, December 1, 2006

Nanananaaaa!

Nananana!Nananana! Shmera phga sxolh.Eixa mathima 11 me 2.Meta phga gia kafe.Meta phgame me Meza mathima 4 me 7. Fygame kana misawro nwritera giati peinousame. Spiti eixame: psarosoupa(dn m aresei to psari) efaga mono soupa, kalamarakia thganita(xwris krousta,htan san na masas tsixla me geysh thalassinwn), karoto, laxano k efaga 2 pswmakia me voutyro k brik.Twra trww sokolata k lerwnw to plhktrologio. Dn metrhsa posa tsigara kapnisa. Pame shmera me Meza gia meloraka k disco.Thelw n paw s 2 synaylies alla kanenas dn thelei n erthei mazi moy. Giati; tha paw monh mpas k gnwrisw kana mousikofilo gomenaki afou to allo dn tha moy katsei.Over and out.

Thursday, November 30, 2006

Ο κυριος που πιστευε πως ζουσε σε ενα αεροπλανο

Ήταν μια φορά ένας κύριος, που πίστευε ότι ζούσε όλη του τη ζωή σε ένα αεροπλάνο.
Κάθε πρωί ξυπνούσε τα παιδία του και τη γυναίκα του, πάντα με τα ίδια λόγια¨
«Κύριες και κύριοι, σας ομιλεί ο κυβερνήτης»
Ακολουθούσε μια αναφορά για τον καιρό, και αφού τελείωνε, η γυναίκα του έπρεπε να ενδυθεί το σωσίβιο και να δείξει στους επιβάτες πώς να το φορέσουν κι αυτοί, χαμογελώντας ταυτόχρονα τόσο πλατιά που οι άκρες των χειλιών της ενώνονταν στο σβέρκο της.
Ύστερα η οικογένεια έτρωγε το φαγητό της μέσα σε πλαστικούς δίσκους, οι οποίοι περιείχαν πλαστικά πιατάκια με πλαστικό φαγητό μέσα σε πλαστικά σακουλάκια.

Τα παιδία καθόταν στις ειδικές μπροστινές θέσεις για τα παιδία.

Η γυναίκα του σε μια καρέκλα κοντά στην πόρτα.

Το κάπνισμα φυσικά απαγορευόταν

Αυτός, ήταν πάντα ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, γιατί από κείνη τη μεριά απ το παράθυρο φαινόταν μόνο ουρανός.

Με τα χέρια τεντωμένα οδηγούσε το αεροπλάνο, πιλοτάριζε το αεροπλάνο, ήταν το αεροπλάνο.


Και κάθε βράδυ, κάτω από τα χειροκροτήματα πληρώματος και επιβατών, προσγείωνε το αεροπλάνο, ασφαλές στον προορισμό του, που δεν τον ενδιέφερε.


Κι ένα βράδυ η γυναίκα του, τρελαμένη από την έλλειψη νικοτίνης, τον έπνιξε με μια από τις μάσκες οξυγόνου που θα πέσουν πάνω από τις θέσεις σας σε περίπτωση αποσυμπιεσης του θαλάμου.

Sunday, November 26, 2006

Ο Ωρολογοποιος

Όταν μες στο σκοτάδι ακούς τους
Χτύπους
Του χαλασμένου ρολογιού σου
Να αντηχούν σαν πέτρες κάτω απ το νερό
Καμπάνες σε ναούς νεκρών θεών
Αίμα που στάζει απ το λαιμό αυτόχειρα
Τότε να ξέρεις
Χίλιες φορές έχεις πεθάνει
Χίλιες θα ξαναγεννηθείς
Και κάθε χτύπος ρολογιού
Ένας χαμένος χτύπος
Απ της δικής σου της ζωής τους μετρημένους


Και τικ και τακ και μπα
Και μπουμ
Άραγε τούτη τη φορά
Η ανάσταση θα έρθει
Και γριτς και γριστ χαρτί, στυλό
Και ωπ!
Εις απ την άλλη τη μεριά πια του καθρέφτη


Κι η σαπισμένη φύση σου
Άλμα σαπίλας κάνει
Μα δε σου φτάνει
Ο χρόνος σου τις δάφνες για να δρέψεις
Κι έτσι ο καθρέφτης
Στέκει μετέωρος κι από τις δυο πλευρές του
Κι φθορές του
Λάμπουν σαν κόσμημα
Στο καθαρό χρυσάφι

Όλα γυαλίζουν, γυάλινα
Ψεύτικα όπως είναι
Όλος ο κόσμος σου γυαλί Τετράδιο
Και μελάνι

Και τικ και τακ και μπακ
Και μπουμ
Ενώ η καρδιά σου χτύπους χάνει

Και ζήτω!
Σαν σταμάτησες τους χτύπους πια να χάνεις
και ει-Χοπ και χοπ και ει
ως την επόμενη φορά που θα ξαναπεθανεις