Σκηνικό: Μια όμορφη ευρύχωρη κουζίνα. Οι κλαρωτές κουρτίνες στο παράθυρο είναι τραβηγμένες και επιτρέπουν στον ήλιο να λούζει τους τοίχους, τον πάγκο, τα ντουλάπια, την εστία, το ψυγείο. Το ντουλαπάκι κάτω από το νεροχύτη είναι κλειστό, κι έτσι ο ήλιος δεν φωτίζει τους σωλήνες, τα απορρυπαντικά και τις κατσαρίδες που χουζουρεύουν περιμένοντας να πέσει το σκοτάδι.(πράγμα που αποτελεί και το βασικό λόγο για τον οποίο οι Κατσαρίδες διάλεξαν να κάνουν εκεί τη φωλιά τους.
Όρθια μπροστά στον πάγκο η μανούλα τεμαχίζει με ένα κοφτερό μαχαίρι ένα αγγουράκι. Το μαχαίρι μετακινείται σχεδόν αυτόματα πάνω στο Αγγουράκι διαμελίζοντας το σε τέλειες ροδέλες ίσου πάχους.
Απέναντι από τον πάγκο της κουζίνας βρίσκεται το τραπέζι, όπου είναι καθισμένο το αγοράκι. Νερομπογιές είναι απλωμένες στο Τραπέζι και το Αγοράκι ζωγραφίζει με αυτές ο,τι βλέπει μπροστά του. Έχει ζωγραφίσει τις κουρτίνες, τους άσπρους Τοίχους, τα ντουλάπια, την εστία το ψυγείο, αλλά όχι και τις Κατσαρίδες. Το Ντουλαπάκι Κάτω Απ Το Νεροχύτη, είναι κλειστό, και δεν τις βλέπει.(πράγμα που ήταν και ο αυτοσκοπός του εκεί χτισίματος της φωλιάς από τις Κατσαρίδες.)
Το Μαχαίρι, υπό την επιδέξια καθοδήγηση της Μανούλας, συνεχίζει την πορεία του πάνω στο Αγγουράκι. Το Αγγουράκι έχει τελειώσει, κι έτσι το μαχαίρι συνεχίζει, τεμαχίζοντας τα δαχτυλάκια της Μανούλας που βρίσκονται παραταγμένα με τάξη ακριβώς εκεί που τελειώνει το Αγγουράκι σε τέλειες ροδέλες ίσου πάχους.
Το Αγουρακι (συγγνώμη ήθελα να πω ΑΓΟρακι) ζωγραφίζει. Δεν είναι ακόμα ο αηδιαστικά ρεαλιστής ζωγράφος που πρόκειται να γίνει στο μέλλον(ακόμα πρόκειται να φοράει ψαθάκι και να κόψει τα αυτί του για να μοιάζει στον Βαν Γκοχ-η μήπως στον Νταλί; Δεν θα είναι σίγουρο και δεν θα το νοιάζει να μάθει, εφόσον θα μοιάζει σε κάποιον άλλον και όχι στον βαρετό, μίζερο τύπο που θα ήταν αν διατηρούσε και τα δυο του αυτιά ακέραια.)
Παρ’ολ’αυτά, έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν τον ενδιαφέρει η απεικόνιση έμβιων όντων. Είναι της νατυρ μορτ σχολής. έτσι από τη ζωγραφιά του λείπει η Μανούλα, έχουν όμως περίοπτη θέση το Μαχαίρι και το Αγγορακι(συγγνώμη, ήθελα να πω Αγγουράκι), και το Αγοράκι τώρα έχει αρχίσει να ζωγραφίζει τις τέλειες ροδέλες ίσου πάχους που ήταν πριν τα δαχτυλάκια της Μανούλας. Δεν ζωγραφίζει ακόμα καλά(κι ούτε πρόκειται αλλά σσσσς μη του το πείτε), κι έτσι τα δαχτυλάκια στην ακουαρέλα δεν είναι παρά καφεκοκκινοι λεκέδες.
Η Μανούλα περνάει τη ματωμένη α-δαχτυλη παλάμη της μέσα από τα μαλλιά της. Τα σημεία απ όπου πέρασε η δάχτυλος παλάμη βάφονται κατακόκκινα.
«Θα μπορούσε κανείς να πει ότι επιτέλους έγινα μια φυσική κοκκινομάλλα!» λέει η Μανούλα και γελάει. Το γέλιο της αντηχεί στους άσπρους Τοίχους, στα ντουλάπια, στην εστία, στο ψυγείο, διαπερνάει το Ντουλαπάκι Κάτω Από Το Νεροχύτη και ενοχλεί τις Κατσαρίδες στο χουζούρεμα τους.
Το Αγοράκι έχει ζωγραφίσει τα πάντα μέσα στην Κουζίνα, όμως η ακουαρέλα του του φαίνεται ακόμα πολύ άδεια. Γι αυτό ξαπλώνει τη Μανούλα που ακόμα γελάει στον πάγκο, και με την ευγενική συνδρομή του Μαχαιριού την τεμαχίζει σε τέλειες ροδέλες ίσου πάχους.
Ικανοποιημένο, τελειώνει στα γρήγορα τη Ζωγραφιά του. Με το που βάζει την τελευταία πινελιά, πετάγεται πάνω εκστασιασμένο και αρχίζει να τραγουδάει ένα τραγούδι με στίχους που βγάζει εκείνη τη στιγμή απ το μυαλό του, και ήχους που υπήρχαν στα βαλτώδη κομμάτια του μυαλού του απ τον καιρό που η αμοιβάδα έβαλε μπρος να γίνει άνθρωπος:
Raller!Raller!Raller!
Ηρθεν η ώρα σου καλέ!
Raller!Raller!Raller!
Ο επιθανάτιος σου ρόγχος
Raller!Raller!Raller!
Και αντηχεί στον ντενεκέ
Ο τελευταίος χτύπος της καρδιάς σου
Raller!Raller!Raller!
Σε σκότωσα εγώ, καλέ!
Ο υιός σου ο μονάκριβος και ο μονογενής
Raller!Raller!Raller!
Κι οι Κατσαρίδες θα τραφούν καλέ,(rallerraller)
Απ τον αντίλαλο της τελευταίας σου κραυγής, Τέλος
ΥΓ Οι Κατσαρίδες από τότε και στο εξής αγαπούσαν πολύ το Αγοράκι. Και ζήσανε αυτοί καλλιτεχνικά, κι εμείς καλλιτεχνικοτερα.
*Raller[ρα-λλε] : αγνώστου ρίζας. Το εκπνειν τον επιθανάτιον ρόγχον